t f
^

ΑΡΩΝΙΑ- ένα φαρμακευτικό φυτό για τον οργανισμό και την οικονομία

Η αρώνια, γνωστή και ως μελανόκαρπη, είναι ένας φυλλοβόλος θάμνος ύψους 1 έως 3 μέτρων, που ανήκει στην οικογένεια των ροδοειδών.  Η καταγωγή του φυτού προέρχεται από την Βορειοανατολική Αμερική και το Νότιο Καναδά όπου συναντάται σε ξηρές έως υγρές περιοχές. Μετά το τέλος του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, ξεκίνησε η συστηματική παραγωγή της στην Ευρώπη και κυρίως στη Ρωσία αφού αναγνωρίστηκε η πολύτιμη φαρμακευτική αξία των καρπών της αλλά και η συνεισφορά της στη σωστή λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού. Τον Νοέμβριο του 2011 εγγράφηκε στον Εθνικό κατάλογο του  Υπ.Α.Α.&Τ. σαν φαρμακευτικό φυτό/καινοτόμος καλλιέργεια. Το φυτό αντέχει σε θερμοκρασίες από -25 έως +42 βαθμούς κελσίου, απαιτεί ηλιοφάνεια χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα αναπτυχθεί και σε σκιώδες περιβάλλον. Πολύ θετικό στοιχείο είναι το γεγονός ότι δεν έχουν αναφερθεί ακόμη ασθένειες του φυτού και η καλλιέργειά του είναι κυρίως βιολογική. Η συγκομιδή του καρπού γίνεται από το τρίτο έτος και μετά, στην Ελλάδα το τέλος Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου, με αυξανόμενη απόδοση η οποία μπορεί να φτάσει και 13 κιλά το φυτό στην εξαετία, απόδοση που σημαίνει περίπου 2 τόνους το στρέμμα, σύμφωνα με την πυκνότητα φύτευσής του που πρέπει να υπάρχει και είναι 3Χ2 έως 3 μέτρα. Οι τιμές πώλησης του καρπού διεθνώς είναι 5-7 ευρώ το κιλό οι νωποί καρποί και 4-6 ευρώ οι κατεψυγμένοι ενώ αν μετατραπούν σε χυμό 7-8 ευρώ το λίτρο, σε λικέρ 10-20 ευρώ το λίτρο και σε κρασί 15-30 ευρώ το λίτρο. Τα οφέλη του καρπού της αρώνιας προέρχονται από την αντιοξειδωτική της δράση, η οποία βοηθά κυρίως στην μείωση του επιπέδου της χοληστερίνης και της αρτηριακής πίεσης προλαμβάνοντας με αυτό τον τρόπο παθήσεις του καρδιοαγγειακού συστήματος του ανθρώπινου οργανισμού. Η καλλιέργεια της αρώνιας ενδείκνυται για την Ελλάδα λόγω κλιματολογικών συνθηκών και μπορεί να αποτελέσει μία νέα εναλλακτική καλλιέργεια λόγω του χαμηλού κόστους που απαιτείται για την φύτευση και παραγωγή της.

Πηγή: www.minagric.gr

Επιμέλεια: Τάσος Καπογιάννης

«
 
»

Reply